Στον κόσμο της οινογνωσίας, ο όρος «φρουτώδες» είναι από τους πιο συχνούς αλλά και από τους πιο παρεξηγημένους. Για τον μέσο καταναλωτή, συχνά ταυτίζεται με τη γλυκύτητα. Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για έναν τεχνικό όρο που περιγράφει κυρίως το αρωματικό και γευστικό προφίλ ενός κρασιού και όχι την περιεκτικότητά του σε σάκχαρα. Σύμφωνα με έγκυρες πηγές του χώρου, ένα κρασί χαρακτηρίζεται ως φρουτώδες όταν παρουσιάζει αρώματα και γεύσεις που θυμίζουν φρέσκα φρούτα από εσπεριδοειδή και μήλο μέχρι κόκκινα μούρα ή τροπικά φρούτα. Αυτές οι νότες δεν σημαίνουν ότι έχουν προστεθεί φρούτα στο κρασί αντίθετα, προκύπτουν φυσικά είτε από την ποικιλία του σταφυλιού είτε από τις χημικές ενώσεις που δημιουργούνται κατά τη ζύμωση. Ένα κρίσιμο σημείο που τονίζουν οι οινολόγοι είναι ότι το φρουτώδες δεν ισοδυναμεί με το γλυκό. Ένα κρασί μπορεί να είναι εντελώς ξηρό και παρ’ όλα αυτά να εμφανίζει έντονα αρώματα φρούτων. Για παράδειγμα, ένα Sauvignon Blanc μπορεί να θυμίζει τροπικά φρούτα, ενώ ένα Riesling να αναδεικνύει νότες μήλου χωρίς να είναι απαραίτητα γλυκά. Η έννοια του φρουτώδους συνδέεται επίσης στενά με τη νεότητα του κρασιού. Τα περισσότερα κρασιά, ιδιαίτερα στα πρώτα τους χρόνια, εμφανίζουν πιο έντονο φρουτώδη χαρακτήρα, ο οποίος σταδιακά υποχωρεί με την παλαίωση, δίνοντας τη θέση του σε πιο σύνθετα αρώματα, όπως μπαχαρικά ή γήινες νότες. Με άλλα λόγια, το «φρούτο» αποτελεί συχνά ένδειξη φρεσκάδας και ζωντάνιας. Παράλληλα, το φρουτώδες επηρεάζεται από παράγοντες όπως η οξύτητα, η ωρίμανση του σταφυλιού και οι οινοποιητικές πρακτικές. Η ισορροπία ανάμεσα στην οξύτητα και τα αρωματικά στοιχεία είναι αυτή που καθορίζει αν το φρουτώδες θα είναι δροσερό και κομψό ή πιο ώριμο και «πλούσιο». Συνοψίζοντας, όταν ένας επαγγελματίας του κρασιού μιλά για «φρουτώδες» χαρακτήρα, αναφέρεται σε μια ολόκληρη παλέτα αρωμάτων και γεύσεων που θυμίζουν φρούτα και εκφράζουν την πρωτογενή φύση του κρασιού. Είναι ένας όρος που δεν αφορά τη ζάχαρη, αλλά την αρωματική ταυτότητα και τελικά, την απόλαυση που προσφέρει το ποτήρι.